αναξιοπρέπεια

[анаксиопрэпиа] ουσ. в. недостойносгь, неприличие.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "αναξιοπρέπεια" в других словарях:

  • αναξιοπρέπεια — η ευτέλεια, προστυχιά: Τέτοια αναξιοπρέπεια πρώτη φορά συναντούσε …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αναξιοπρέπεια — η έλλειψη αξιοπρέπειας, μικροπρέπεια, μικρότητα. [ΕΤΥΜΟΛ. < αναξιοπρεπής. Η λ. μαρτυρείται από τον κληρικό και συγγραφέα Νεόφυτο Δούκα (1760 1845)] …   Dictionary of Greek

  • αναξιοπρεπής — ές αυτός που δεν έχει αξιοπρέπεια, μικροπρεπής. [ΕΤΥΜΟΛ. < αν στερ. + αξιοπρεπής. ΠΑΡ. νεοελλ. αναξιοπρέπεια. Η λ. μαρτυρείται από το 1893 σε Πρακτικά τής Βουλής] …   Dictionary of Greek

  • αργυρολογία — η (Α ἀργυρολογία) [αργυρολόγος] νεοελλ. η συγκέντρωση χρημάτων που γίνεται με αναξιοπρέπεια και για ιδιοτελείς σκοπούς αρχ. η φορολογία …   Dictionary of Greek

  • δεκαρολογώ — ( άω) 1. προσπαθώ με αναξιοπρέπεια να συγκεντρώσω χρήματα 2. στις δοσοληψίες μου επιχειρώ να κερδίσω ακόμη και τα πιο ασήμαντα χρηματικά ποσά. [ΕΤΥΜΟΛ. < δεκαρολόγος. Η λ. μαρτυρείται από το 1891 στην εφημερίδα Ακρόπολις] …   Dictionary of Greek

  • δουλοπρέπεια — η (AM δουλοπρέπεια) συμπεριφορά που ταιριάζει σε δούλο, ευτέλεια χαρακτήρα, αναξιοπρέπεια …   Dictionary of Greek

  • δυσπρέπεια — δυσπρέπεια, η (Α) αναξιοπρέπεια …   Dictionary of Greek

  • κατάπτωση — η (Α κατάπτωσις) [καταπίπτω] 1. πτώση προς τα κάτω, πέσιμο, γκρέμισμα 2. ιατρ. πλήρης ή σοβαρή απώλεια τών σωματικών δυνάμεων, εξάντληση 3. παρακμή, μαρασμός, ξεπεσμός νεοελλ. 1. εξασθένηση τών πνευματικών και ψυχικών δυνάμεων, κατάθλιψη, αθυμία… …   Dictionary of Greek

  • μικροπρέπεια — η (Α μικροπρέπεια και μτγν. τ. σμικροπρέπεια) [μικροπρεπής] 1. ο χαρακτήρας τού μικροπρεπούς, το να κάνει κανείς πράγματα που ταιριάζουν σε ασήμαντους ή ποταπούς ανθρώπους, αναξιοπρέπεια, ευτέλεια χαρακτήρα 2. χυδαιότητα, προστυχιά αρχ. 1. το… …   Dictionary of Greek

  • μικρότητα — και σμικρότητα, η (ΑΜ μικρότης και σμικρότης, Μ και μικρότητα [μικρός] η ιδιότητα τού μικρού, το να είναι κάποιος ή κάτι μικρός ή μικρό ως προς τις διαστάσεις ή την ποσότητα ή τη δύναμη («ἀνάγκη δὲ προαιρεῑσθαι τῶν εὐεργεσιών μὴ τὰς διὰ μικρότητα …   Dictionary of Greek

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.